Η κ. Σγουρίτσα επισημαίνει πως μέχρι και τη δεκαετία του '60 οι άνθρωποι στους Λαζάρηδες ζούσαν από το στάρι, τις ελιές, τα αμπέλια, τα οπωροκηπευτικά, εκτρέφοντας αιγοπρόβατα, χοίρους, ψαρεύοντας και κυνηγώντας. Επίσης πουλούσαν ρετσίνι από τα πευκοδάση, πιθανές μυκηναίκές συνήθειες επίσης. Το χωριό αυτό βρίσκεται σε μια ημιορεινή θέση μεταξύ του 'Ορους και της Αφαίας και έχει απέραντη θέα από την Αγία Μαρίνα μέχρι το ακρωτήρι του Αγ. Αντώνη, τον ανατολικό Σαρωνικό, και ακόμη μακρύτερα μέχρι τη Μακρόνησο και την Κέα, το Μόδι και την Υδρα. Μονοπάτια οδηγούν κάτω στα λιμανάκια στον Κύλινδρα και στις Πόρτες, ενώ χερσαίοι δρόμοι οδεύουν προς το κέντρο και το βόρειο τμήμα του νησιού. Πολύ κοντά στο χωριό υπάρχουν λατομεία με άφθονη και καλής ποιότητας πέτρα. Σ' αυτό το περιβάλλον δημιουργήθηκε ο μυκηναϊκός οικισμός, ο οποίος απέχει 10 χλμ. από την Κολώνα, που ακμάζει από την 3η χιλιετία π.Χ. Η Κολώνα, που βρίσκεται στο προνομιούχο Δ και ΒΔ τμήμα του νησιού, με εύφορες πεδιάδες (σήμερα φιστικιές), ανέπτυξε επαφές με γειτονικές περιοχές και νησιά του Αιγαίου ήδη από το μέσον της 3ης χιλιετίας π.Χ. και τη 2η χιλιετία π.Χ. εντονότερα με την Κρήτη, την ηπειρωτική Ελλάδα και τις Κυκλάδες. Μετά το μέσον της 2ης χιλιετίας π.Χ. επισημαίνονται ευρήματα και σε θέσεις της ανατολικής πλευράς του νησιού, όπως στην περιοχή του μεταγενέστερου Ιερού της Αφαίας, στον παράλιο Κύλινδρα και στους Λαζάρηδες.
Ο προϊστορικός οικισμός των Λαζάρηδων βρίσκεται σε 332 υψόμετρο, σε πλάτωμα μεταξύ δύο λόφων και σε άνδηρα μιας ήρεμης πλευράς που καταλήγει στον όρμο του Κύλινδρα. Οι ακτές είναι απότομες και βαθιές, λίγα είναι τα λιμανάκια/αγκυροβόλια. Το μέρος είναι αθέατο από τους παραπλέοντες την ακτή, άρα ιδανικό για την προστασία των κατοίκων του.
Η κ. Σγουρίτσα, βλέποντας πως εκεί άκμασε ένας προϊστορικός οικισμός κατά το 14ο και κυρίως το 13ο αιώνα π.Χ., εικάζει πως ίσως υποκατέστησε την ισχυρή Κολώνα, η δύναμη της οποίας για άγνωστους ακόμη λόγους εκείνη την περίοδο υποχωρεί.
Η ανασκαφή είναι δύσκολη, καθώς τα αρχαία βρίσκονται ανάμεσα σε λίθους, βάτα, σκίνους, πουρνάρια, απαιτείται σκληρή δουλειά και χρήματα που δεν υπάρχουν εν αφθονία. Γι' αυτό το λόγο έχει έρθει στο φως μόνο το 5% του οικισμού, όπως λέει η αρχαιολόγος. Η έρευνα εκεί έχει αρχίσει από το 1979 και το 1980, από τη Β' ΕΠΚΑ και συνεχίστηκε από το 2002 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πετρόκτιστα μυκηναϊκά κτήρια, οι τοίχοι των οποίων σώζονται σε ύψος μέχρι και 1,5 μ. και πάχος 1 μ., με μικρά και μεγάλα δωμάτια έως 16 τ.μ. Η πέτρα τους προέρχεται από τα γειτονικά λατομεία. Το ενδιαφέρον είναι ότι τα προϊστορικά κτίσματα έχουν ομοιότητες με τα παλιά πέτρινα εγκαταλελειμμένα αιγινήτικα σπίτια, αλλά και τα δωμάτια του μυκηναϊκού οικισμού μοιάζουν με τους ευρύχωρους (7-10 τ.μ.) κτιστούς θαλαμοειδείς τάφους του αρχαίου νεκροταφείου. Το σημαντικότερο είναι ότι η ποιότητα αυτών των κατασκευών δείχνει ευμάρεια.
Οι Μυκηναίοι εκεί καλλιεργούσαν δημητριακά, όπως και οι σύγχρονοι μέχρι το 1970. Στα δωμάτια του οικισμού έχει βρεθεί μεγάλος αριθμός τριβείων και τριπτήρων. Η διατροφή τους θα συμπληρωνόταν, όπως λέει η κ. Σγουρίτσα, με ελιές και αμπέλια. «Σταφύλια και κρασί υπήρχαν πάντα στο νησί, αφού η Αίγινα φημιζόταν στην αρχαιότητα γι' αυτά τα προϊόντα, γεγονός που ενισχύεται και από το παμπάλαιο όνομά της, Οινώνη». Εχουν βρεθεί άλλωστε μεγάλοι πίθοι για λάδι ή κρασί και λίγα κουκούτσια από ελιές.
Πλούσια οικοσκευή
Οι κεραμείς έφτιαχναν χονδροειδή μαγειρικά σκεύη, σπανιότερα άβαφα λεπτότεχνα. Έχουν επίσης βρεθεί μεταλλικά αντικείμενα (όπλα, εργαλεία, κοσμήματα, σύρματα) και όπως διαπιστώθηκε το υλικό τους προερχόταν από το Λαύριο και τη Σίφνο. Ανάμεσά τους είναι και ένα σπάνιο μολύβδινο τάλαντο (βάρους 178 γραμμ.) όμοιο με ένα τάλαντο του 5ου και του 4ου αι. π.Χ. Χάντρες από ημιπολύτιμες πέτρες (σάρδιος, κορναλίνη, ορεία κρύσταλλος) και σφραγίδες συμπληρώνουν την πλούσια εικόνα της ζωής στον προϊστορικό αυτό οικισμό, όπως και λίγα κατάλοιπα ξύλου (από έπιπλο) που βρέθηκαν σε ένα ημιυπόγειο δωμάτιο με ένα θαυμάσιας διατήρησης χάλκινο σφηκωτήρα.
Σε άλλο δωμάτιο αποκαλύφθηκε ένα μολύβδινο σταθμίο σε σχήμα πάπιας, κατασκευασμένο σε μήτρα, βάρους 20,2 γραμμ. «Τέτοιου είδους σταθμά και σταθμία είναι γνωστά από την Ανατολική Μεσόγειο, με προέλευση του τύπου από τη Μεσοποταμία» σύμφωνα με την ανασκαφέα.