ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ-ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ 1975 ....

Από τη χωροταξική Ρυθμιστική μελέτη νήσων Αιγίνης Αγκιστρίου και των πέριξ νησίδων μετά πολεοδομικών –ρυμοτομικών σχεδίων οικισμών και ζωνών αναπτύξεως «Αίγινα 3»
Από τα γραφεία Μελετών: 1)Σ. ΜΑΥΤΑ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Η. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ
 2) Γ.ΜΙΧΑΛΙΤΣΙΑΝΟΥ
Ελληνική Δημοκρατία-Υπουργείον Συντονισμού
«Οι βασικότεροι λόγοι που έκαναν την ανάθεση της μελέτης της Αιγίνης αναγκαία, είναι ότι η θέση του νησιού μέσα στον ευρύτερο χώρο των Αθηνών συνδυαζόμενη με το καλό κλίμα και τα στοιχεία τουριστικής έλξεως (μνημεία, νησιώτικη παράδοσις, γραφικότητης τοπίων, ακτές) έχουν καταστήσει την Αίγινα ήδη από εικοσαετίας τόπο μεγάλης εκδρομικής και παραθεριστικής κινήσεως με πολλές δυσμενείς επιπτώσεις πάνω στην ελκυστικότητα του νησιού και μακροχρονίως πάνω στην τοπική οικονομία… Η θέσις, το κλίμα η θάλασσα και η έλξις των τοπίων και μνημείων αποτελούν μια σημαντική δυνατότητα τουριστικής αναπτύξεως για το νησί, που όμως έχει ήδη εξελιχθή σε ψηλά επίπεδα αλλά με τρόπο που χωρίς να ανεβάζη το εισόδημα των κατοίκων, έχει προκαλέσει επιζήμιες επιπτώσεις στους ίδιους τους τουριστικούς πόρους και στη λοιπή οικονομία…»
«…O συνολικός πληθυσμός της περιοχής μελέτης ήταν το 1971 10.186 άτομα. Στο διάστημα 1961-1971 ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 6,38%. Η αύξησις αυτή ήταν μικροτέρα από άλλες περιοχές του νομού Αττικής-Πειραιώς. 62% του πληθυσμού της περιοχής μελέτης κατοικεί στην Χώρα της Αίγινας. Οι συνθήκες στεγάσεως στην περιοχή μελέτης κρίνεται ότι δεν είναι ικανοποιητικές, δεδομένου ότι το 95% των νοικοκυριών δεν διαθέτουν λουτρό ή ντους και 26% δεν διαθέτουν κουζίνα ή αποχωρητήριο, τέλος δε 30% των νοικοκυριών στεγάζονται με πυκνότητα μεγαλύτερη των 9 ατόμων στο δωμάτιο. Το επίπεδο της οικονομίας της περιοχής μελέτης είναι από τα χαμηλότερα του νομού Αττικής-Πειραιώς λόγω ελλείψεως πόρων. Στον πρωτογενή τομέα η Αίγινα παρουσιάζει την χαρακτηριστική εξειδίκευση στη φιστικιά. Γενικά ο πρωτογενής τομέας πάσχει από έλλειψη νερού. Η θέσις, το κλίμα η θάλασσα και η έλξις των τοπίων και μνημείων αποτελούν μια σημαντική δυνατότητα τουριστικής αναπτύξεως για το νησί, που όμως έχει ήδη εξελιχθή σε ψηλά επίπεδα αλλά με τρόπο που χωρίς να ανεβάζη το εισόδημα των κατοίκων, έχει προκαλέσει επιζήμιες επιπτώσεις στους ίδιους τους τουριστικούς πόρους και στη λοιπή οικονομία…»

«…Στο δευτερογενή τομέα δεν υπάρχει αξιόλογη ανάπτυξις ούτε δυνατότητες
Η σύνθεσις της απασχολήσεως είναι:
-πρωτογενής      48%
-δευτερογενής   27%
-τριτογενής        25%
Στην περίοδο δε της τουριστικής αιχμής είναι:
-πρωτογενής       32%
-δευτερογενής    15%
-τριτογενής         52%
Το εισόδημα και η διάρθρωσις αυτού το 1972 ήτανε συνολικό εισόδημα 131 εκατ. Δρχ. (χωρίς εισόδημα οικοπέδων) κατά κεφαλήν 32.000 δρχ. (χωρίς εισόδημα οικοπέδων)
πρωτογενής       43%
δευτερογενής     23%
τριτογενής         34%
τουρισμός          27%
Υπάρχουν δυνατότητες βελτιώσεως της οικονομίας της περιοχής, με επίλυση του προβλήματος του νερού για τον πρωτογενή τομέα, με ορθολογικότερη αξιοποίηση των τουριστικών πόρων, κατασκευή της απαραίτητης υποδομής και περιορισμό της μη τοπικής οικονομικής δραστηριότητας λόγω της οποίας το παραγόμενο εισόδημα εξάγεται από τον τόπο…»
«…Ο τουρισμός στην Αίγινα είναι παραθεριστικός και εκδρομικός. Το τουριστικό ρεύμα στην Αίγινα αποτελεί σε αριθμό διανυκτερεύσεων το 0,66% του τουριστικού ρεύματος της Χώρας, ενώ ο πληθυσμός της αποτελεί το 0,12% του πληθυσμού της Χώρας. Στην τριετία 1969-1972 η αύξησις των διανυκτερεύσεων ήταν 23% των ημεδαπών και 275% των αλλοδαπών, ενώ στο σύνολο Χώρας η αύξησις ήταν 8,8% και 123% αντιστοίχως. Οι ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες αποβίβασαν το 1972 654,5 χιλιάδες επιβάτες και 32,6 χιλιάδες οχήματα, το 30% των οποίων κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Το σύνολο σχεδόν της κινήσεως εξυπηρετείται από το λιμάνι της Αίγινας, το οποίο παρουσιάζει συμφόρηση. Κατά μια μέρα αιχμής στη νήσο Αίγινα βρίσκονται 31.000 άτομα με τη σύνθεση:
10.000 κάτοικοι
13.000 παραθεριστές
3.000 πελάτες ξενοδοχείων
5.000 εκδρομείς
Απ’ αυτό φαίνεται ότι ο πληθυσμός της ημέρας αιχμής είναι τριπλάσιος του γηγενούς και ότι το μεγαλύτερο μέρος είναι παραθερισταί. Επίσης φαίνεται ότι η τουριστική κίνησις εκτός ξενοδοχείων είναι σημαντική και οι συνήθεις μετρήσεις βάσει διανυκτερεύσεων δίνουν υποεκτιμήσεις του ημεδαπού κυρίως τουριστικού κύματος.
Οι σχέσεις κλινών ξενοδοχείων προς τις κλίνες τουριστικών δωματίων στην Αίγινα είναι 1:1,2 (υπάρχουν 1.210 κλίνες ξενοδοχείων και 1.483 κλίνες τουριστικών δωματίων) ενώ στην Ελλάδα στο σύνολό της η σχέσις είναι 1:0,9. Δεν υπάρχουν ξενοδοχεία Α΄ κατηγορίας στη νήσο Αίγινα. Στο Αγκίστρι δεν υπάρχει κανένα ξενοδοχείο.
Στην περιοχή μελέτης υπάρχουν 2.677 παραθεριστικές κατοικίες (έναντι 4.156 μονίμων) ωρισμένες δε περιοχές είναι καθαρά τόπος παραθερισμού με ελάχιστες μόνιμες κατοικίες.
Το σύνολο των απασχολούμενων στον τουρισμό στο πεντάμηνο Απριλίου-Σεπτεμβρίου είναι 1.090 άτομα. Κατά την λοιπή περίοδο οι απασχολούμενοι είναι μόνο 200.
Στην πόλη της Αίγινας υπάρχει το 60% των καταστημάτων εξυπηρετήσεως των τουριστών. Το 25% όμως των κλινών ξενοδοχείων.Από πλευράς ξενοδοχειακού δυναμικού η σημαντικώτερη περιοχή είναι η Αγία Μαρίνα που έχει το 50% των ξενοδοχειακών κλινών.
Τα πολιτιστικά στοιχεία έλξεως επισκεπτών στην περιοχή μελέτης είναι:
-ο ναός της Αφαίας δωρικός ναός
-ο αρχαιολογικός χώρος Κολώνας (περιέχει λείψανα προϊστορικού οικισμού, τειχών δωρικού ναού, κτηρίων κλασσικής εποχής και ελληνιστικής εποχής)
-τάφοι διαφόρων εποχών
-ο αρχαιολογικός χώρος Ελλανίου όρους (ερείπια ναού ελληνιστικής εποχής και ναός βυζαντινός)
-η Παληαχώρα (λείψανα μεσαιωνικής πρωτεύουσας της Αίγινας με 38 ναούς οι οποίοι σώζονται μέχρι και σήμερα)
-οι βυζαντινές εκκλησίες σε διάφορα μέρη της νήσου
-νεώτερα μνημεία (Κυβερνείο, Εϋνάρδειο ορφανοτροφείο, που έχει μετατραπεί σε φυλακές, αρχοντικά της εποχής του Καποδίστρια και μεταγενέστερα
-η παραδοσιακή αρχιτεκτονική (αιγαιοπελαγίτικη, στεριανή και νεοκλασική).
Τα στοιχεία αυτά, πάνω στα οποία βασίστηκε η αρχική έλξις επισκεπτών, η οποία εξελίχθηκε σε σημαντική τουριστική ανάπτυξη της περιοχής, παρουσιάζουν μεγάλα προβλήματα στη σημερινή τους κατάσταση. Έχουν αλλοιωθή, τα ίδια ή ο χώρος μέσα στον οποίο βρίσκονται και είναι, κατά το πλείστον, ξεκομμένα από τη σύγχρονη ζωή.
Πέρα από τα πολιτιστικά στοιχεία υπάρχουν και αξιόλογα τοπία, η νησιώτικη ατμόσφαιρα, το κλίμα και οι ακτές που έλκουν τους επισκέπτες.
Το έτος 2000 υπολογίζεται ότι κατά μίαν ημέρα αιχμής θα υπάρχουν πάνω στην περιοχή μελέτης 85.000 άτομα (έναντι (31.000 σήμερα) με την σύνθεση:
20.000 κάτοικοι
28.000 παραθεριστές
17.000 πελάτες ξενοδοχείων
20.000 επισκέπτες (εκδρομείς)
Οι απασχολούμενοι στον τουρισμό, το έτος 2000, προβλέπεται να είναι 1.200 μονίμως και 3.000 στην περίοδο αιχμής. Το προβλεπόμενο τουριστικό εισόδημα για το 1987 προβλέπεται ότι θα αποτελή 40% του γενικού εισοδήματος (έναντι 29% σήμερα)…»
«Από πλευράς υδροδοτήσεως υπάρχει οξύ πρόβλημα. Ο υπόγειος ορίζοντας έχει κατέβει και υπάρχει κίνδυνος αλατώσεως και μολύνσεως… Ο πληθυσμός της Χώρας ήταν, το 1971, 6.000 κάτοικοι, 60% του πληθυσμού περιοχής μελέτης. Για το έτος 2000 σύμφωνα με την επιλεγείσα χωροταξική λύση θα είναι 9.500, 44% του πληθυσμού περιοχής μελέτης. Στην περιοχή της Χώρας έχουμε το 30% της γεωργικής γης της περιοχής μελέτης, παράγεται δε το 57% των κηπευτικών, 75% των καρπών δενδρωδών καλλιεργειών, 77% των φιστικιών. Το 70% του γεωργικού εισοδήματος της περιοχής προέρχεται από τη Χώρα. Επίσης το 70% των κεφαλιών βοοειδών και το 67% των κεφαλιών ορνίθων υπάρχει στην περιοχή αυτή. Η υπεροχή της περιοχής στον γεωργικό τομέα οφείλεται στην ύπαρξη εκεί του μεγαλυτέρου μέρους των γόνιμων εδαφών, του αγοραστικού κοινού και της υποδομής των μεταφορών. Το έτος 2000,σύμφωνα με τη μελέτη, η περιοχή θα έχει διατηρήσει την γεωργική δραστηριότητα διότι καταβάλλεται προσπάθεια να αποφευχθή η οικιστική επέκτασις σε γόνιμα εδάφη. Με την επίλυση δε του υδρευτικού προβλήματος και με την τεχνολογική πρόοδο θα βελτιωθή η παραγωγικότης του γεωργικού τομέως».
«…Βασικά επιδιώκεται να ξεπεραστούν τα εμπόδια που παρακωλύουν την φυσιολογική εξέλιξη της πόλεως, όπως είναι η πόλωσις των λειτουργιών στο συμφορημένο  κέντρο, η ύπαρξις φραγμών στην επέκταση (π.χ. η ύπαρξις φυλακών και γηπέδου εμποδίζει την ανάπτυξη προς τον νότον) ή η, για κερδοσκοπικούς λόγους, παράλογη επέκταση του δικαιώματος δομήσεως σε όλη τη γόνιμη γη (χαρακτηρισμός μιας εκτάσεως 13.000 στρεμμάτων σαν οικισμού προ του ’23)…»
«…Εξετάζονται τέλος τρεις εναλλακτικές εικόνες ρυθμίσεων του χώρου:
-η εικόνα των τάσεων, δηλαδή η διατήρησις της δυνατότητος οικοδομήσεως πάνω στο σύνολο των 13.000 στρεμμάτων που έχουν χαρακτηρισθεί σαν οικισμοί προς του ’23 και μπορούν να οικοπεδοποιηθούν με αρτιότητα 150 τ.μ. σε ακτίνα 4 χλμ. Από το κέντρο της Χώρας.  Τούτο σημαίνει κατάτμηση της γόνιμης γεωργικής γης και ψευτοαστικοποίηση διότι θα χτιστή μόνο το 2% της χωρητικότητος με διασπορά, μεγάλο κόστος υποδομής, αλλοίωση του περίγυρου του παραδοσιακού οικισμού. Πλήρης καταστροφή του παραδοσιακού κεντρικού πυρήνος λόγω πιέσεων.
-η εικόνα της μεγίστης συγκεντρώσεως, της νέας επεκτάσεως σε μια μόνον περιοχή. Τούτο σημαίνει πλήρη αντιστροφή των τάσεων και επομένως μεγάλο κόστος οικονομικό,  διοικητικό και κοινωνικό εφαρμογής, ενώ αντίθετα το κόστος κατασκευής της υποδομής, η εξυπηρέτηση των κατοίκων και η δυνατότης διατηρήσεως του παραδοσιακού οικισμού και περίγυρου είναι στοιχεία ευνοϊκά της εικόνας.
-η ενδιάμεση εικόνα, δηλαδή η εκλογή περισσοτέρων της μιας περιοχών για νέα ανάπτυξη, με είδος αναπτύξεως προσαρμοσμένο στα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Αυτό σημαίνει ένα συνδυασμό των πλεονεκτημάτων των προηγούμενων εικόνων, έτσι ώστε να έχη δυνατότητες εφαρμογής χωρίς μεγάλη αναστάτωση όπως στην πρώτη εικόνα, αλλά και πλεονεκτήματα λειτουργίας όπως η δεύτερη…»
«…Παρά το γεγονός ότι η Αίγινα έχει κυρηχθή ως προστατευόμενος οικισμός, δεν  δίδει την εντύπωση ότι έχει καταβληθή προσπάθεια συντηρήσεως. Πολλά νέα, άσχημα και ‘’ξένα’’ στο τοπικό περιβάλλον στοιχεία έχουν χρησιμοποιηθεί και έχουν διαβρώσει σημαντικά τον χαρακτήρα της Αίγινας.
Η Χώρα της Αίγινας είναι διάστικτη από αξιόλογα κτίρια, παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, επί πλέον διαθέτει τον αρχαιολογικό χώρο της Κολώνας. Το σύνολο όμως των μνημείων αυτών δεν έχει ικανοποιητικά διατηρηθή και ενταχθή στη σύγχρονη ζωή, η οποία δημιουργεί πιέσεις αλλοιώσεως.
Οι χρήσεις γης χαρακτηρίζονται από μεγάλη συγκέντρωση υπηρεσιών στο κέντρο και από έλλειψη κοινόχρηστων ελεύθερων χώρων.
Υπάρχει ένα εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως νομοθετημένο με διάταγμα του 1898. Χαρακτηριστικό του σχεδίου αυτού αποτελεί η έλλειψη σεβασμού στον παραδοσιακό χαρακτήρα της χαράξεως, του πλάτους και της μορφής γενικά των οδών, στην τοπογραφία και στις υπάρχουσες ιδιοκτησίες. Η εφαρμογή του απαιτεί πλήθος προσαρτήσεων και αποζημιώσεων.
Ανάλογα με το τι συμφέρει κάθε φορά τον ιδιοκτήτη οι καινούργιες οικοδομές πότε τοποθετούνται στην υφισταμένη οικοδομική γραμμή,  πότε τοποθετούνται σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, με αποτέλεσμα να οξύνεται το πρόβλημα κυκλοφορίας στην πόλη.
Οι επιτρεπόμενες ελάχιστες επιφάνειες οικοπέδων είναι 40-60 μ2, ισχύον σύστημα είναι το συνεχές και το επιτρεπόμενο μέγιστο ύψος οικοδομών είναι τα 8 μ., ή δυο ορόφοι ανεξαρτήτου πλάτους δρόμου μέχρι 8 μ. Για πλάτος δρόμου πάνω από 8μ. επιτρέπεται ύψος 11μ. (Εν τούτοις δεν υπάρχουν παρά 39 οικοδομές τριώροφες από τις 1280 της Χώρας και από αυτές μόνο οι 12 είναι παλιές. Τούτο δείχνει ότι δεν υπάρχει πίεσις για ψηλότερα κτήρια.
Παρά τους ισχύοντες όρους δομήσεως και τις προδιαγραφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που απαγορεύουν περισσότερους από τρεις ορόφους έχουμε σήμερα 5 τετραώροφες και μία πενταόροφη. Το ισχύον οικοδομικό σύστημα το συνεχές ευθύνεται τόσον για την μεγαλύτερη αλλοίωση του παραδοσιακού χαρακτήρα της πόλεως όσον και για την απαράδεκτη αύξηση της πυκνότητος της πόλεως (διότι δίνει την δυνατότητα να χτιστή η παραδοσιακή αυλή ενώ συγχρόνως η παλιά οικία στο βάθος καταλαμβάνει τμήμα ή ολόκληρον τον υποχρεωτικώς ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου».

Δημοσίευση σχολίου