«Mόνο η βιώσιμη είναι υψηλή αρχιτεκτονική»

«Mόνο η βιώσιμη είναι υψηλή αρχιτεκτονική»

Της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΑΝΔΡΑΚΟΥ

«Δεν μπορείς να κάνεις αρχιτεκτονική χωρίς να λαμβάνεις υπόψη σου το περιβάλλον». Αυτό ισχυρίζεται ο Τζέιμς Γουάινς, στο βιβλίο του «Green Architecture» που επανεκδίδεται φέτος για τα 25 χρόνια των εκδόσεων Taschen. Ενα ταξίδι στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της βιώσιμης αρχιτεκτονικής, που έγινε best seller.

Το διάφανο σπίτι
Σπίτι στο Regensburg, 1977-79 
Αρχιτέκτονας: Thomas Herzog
Regensburg, Γερμανία

•   Πρόκειται για ένα κτίριο με κεκλιμένη οροφή από γυαλί που επιτρέπει στο φως να περνάει στο εσωτερικό του.
•   Εξωτερικά, ανάλογα με τη γωνία από την οποία το παρατηρεί κανείς, παραπέμπει σε θερμοκήπιο.
•   Oλα σχεδόν τα τεχνικά του χαρακτηριστικά είναι ορατά με γυμνό μάτι: η γυάλινη (επιστρωμένη με υαλοπίνακα) νότια πρόσοψη, η κεκλιμένη οροφή για την απορρόφηση της μεγαλύτερης δυνατής θερμότητας από τον ήλιο, τα συστήματα ακτινοβολούμενης δαπέδιας θέρμανσης, οι στύλοι που «στηρίζουν» εξωτερικά το κτίριο και επιτρέπουν στις οξιές που προϋπήρχαν να συνεχίσουν να υπάρχουν, καθώς επίσης και τα ελαφριά δομικά υλικά που εναρμονίζονται με τη Φύση.

Το ηλιακό σπίτι
Αυστραλιανό Σπίτι του Μέλλοντος 
Αρχιτέκτονες: Kimberly Ackert & Robert Dawson-Browne
Περθ, Αυστραλία, 1992

•   Ενσωματώνει τεχνολογίες παθητικών και ενεργών συστημάτων ηλιακής ενέργειας.
•   Η βασική καινοτομία του είναι η εσωτερική αυλή που λειτουργεί ως αγωγός, «τραβώντας» τον ψυχρό αέρα από την επιφάνεια του εδάφους και απομακρύνει τον ζεστό με τη βοήθεια περσίδων.
•   Τα προτεταμένα γείσα σκιάζουν τις γυάλινες θύρες, ενώ η οροφή, επενδεδυμένη με αυλακωτή λαμαρίνα, ανακλα το φυσικό φως στο εσωτερικό.

Το υπόγειο σπίτι
Underhill, 1974 του Arthur Quarmby 
Γιορκσάιρ, Αγγλία

•   Βασικό χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής του Quarmby είναι τα κτίρια που προστατεύονται από τη γη.
•   Στην εποχή τους, σπίτια όπως αυτό, είχαν πολλά περιθώρια βελτιώσεων, κυρίως όσον αφορά στα υλικά κατασκευής τους.
•   Ο Quarmby αντιμετωπίζει την οικολογική αρχιτεκτονική ως προϋπόθεση της ηθικής, όπου οι αποφάσεις για τη φόρμα λαμβάνονται με γνώμονα τη Φύση.
•   Κάνει χρήση τοπικών υλικών στις κατασκευές του και μπλέκει την κατασκευή με την τοπογραφία. Ετσι τα κτίρια είναι επίτηδες αγροτικά και συνδέονται με την τοπική ταυτότητα.

Σε μια πρώτη -βιαστική ενδεχομένως- εκτίμηση, μια έκδοση 240 σελίδων αφιερωμένων στην οικολογική δόμηση δεν απευθύνεται σε πολλούς - όσο εντυπωσιακές φωτογραφίες ή ευφάνταστη εικονογράφηση και να έχει. Ξεφυλλίζεται αλλά το πιθανότερο είναι πως λόγω του εξειδικευμένου αντικειμένου του δεν διαβάζεται μέσα σε ένα απόγευμα. Κι όμως, το βιβλίο «Green Architecture», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2000 και επανεκδίδεται πανηγυρικά φέτος με αφορμή τα 25α γενέθλια των εκδόσεων Taschen, δεν συγκαταλέγεται τυχαία μεταξύ των πλέον ευπώλητων του γερμανικού οίκου.

Η υψηλή αρχιτεκτονική πρέπει να είναι «πράσινη»

Γραμμένο με απλό τρόπο, μας ταξιδεύει μέσα από πλούσιο φωτογραφικό υλικό στον συναρπαστικό κόσμο της βιώσιμης αρχιτεκτονικής, παραθέτοντας δεκάδες αξιόλογα παραδείγματα από κάθε γωνιά του κόσμου αλλά και από όλη την πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης. Τα χωριά των Βερβέρων της Τυνησίας και οι οικισμοί των Αβορίγινων της Αυστραλίας συναντούν τις «πράσινες» καινοτομίες πρωτοπόρων αρχιτεκτόνων του 20ού αιώνα σε μια εξαιρετική έκδοση που αποδεικνύει ότι η συμφιλίωση του ανθρώπου με τη Φύση, ακόμη και στο ασφυκτικό αστικό περιβάλλον, είναι εφικτή.

Οι κυρίαρχες αρχιτεκτονικές τάσεις από τις αρχές του '80 ώς τα τέλη της δεκαετίας του '90 έστειλαν, στις δυτικές τουλάχιστον κοινωνίες, λανθασμένα μηνύματα ως προς τον οικολογικό προσανατολισμό που θα έπρεπε να έχουν, υποστηρίζει ο συγγραφέας Τζέιμς Γουάινς και σημειώνει ότι ο σχεδιασμός των κτιρίων της συγκεκριμένης περιόδου ταυτίστηκε με το βιομηχανικό και τεχνολογικό όνειρο των αρχών του 20ού αιώνα. «Δανείστηκε στοιχεία από εργοστάσια, πηδαλιουχούμενα οχήματα, υπερωκεάνια, γερανούς άντλησης πετρελαίου, πυραύλους και διαστημικούς σταθμούς, αντιπροσωπεύοντας την άσωτη κατανάλωση ορυκτών καυσίμων καθώς και μια ανθρωποκεντρική και συγχρόνως τεχνοκεντρική αντίληψη σε ό,τι αφορά τους χώρους κατοικίας», παρατηρεί.

Αφοσιωμένος στην ιδέα μιας κοινωνικά υπεύθυνης αρχιτεκτονικής, ο συγγραφέας τοποθετείται επικριτικά απέναντι στον σχεδιασμό κτιρίων που είναι μεν υψηλής αισθητικής, αλλά αδυνατούν να ενσωματωθούν στο χώρο που τα περιβάλλει. Με αφετηρία τη ρήση του Λε Κορμπιζιέ «η ζωή είναι σωστή και ο αρχιτέκτονας λάθος», ταξιδεύει στο χώρο και το χρόνο για να αντλήσει παραδείγματα κτιρίων αλλά και ολόκληρων οικισμών, που άλλοτε λόγω των υλικών άλλοτε λόγω της φιλοσοφίας με την οποία σχεδιάστηκαν συνυπάρχουν αρμονικά με τον περιβάλλοντα χώρο τους. Δεν τον ανταγωνίζονται, δεν προσπαθούν αδικαιολόγητα να του επιβληθούν ούτε απαιτούν τεράστιες ποσότητες ενέργειας για τη λειτουργία τους. Πρόκειται φερ' ειπείν για τις κατοικίες των τρωγλοδυτών της Τυνησίας, φτιαγμένες από λάσπη ψημένη στον ήλιο, τα χωμάτινα τζαμιά στο Μάλι της Αφρικής, τα υπόγεια χωριά της τουρκικής Καππαδοκίας και της αιγυπτιακής Σίβα. Στην αρχαία Αίγυπτο εξάλλου καταφεύγει για να περιγράψει μια πρώιμη αντίληψη ορθής περιβαλλοντικής διαχείρισης - οι κοινωνίες που αναπτύχθηκαν στην περιοχή από το 4000 ώς το 2000 π.Χ. κατάλαβαν ότι η επιβίωσή τους είναι συνδεδεμένη με την κοιλάδα του Νείλου. Ηξεραν ότι, αν δεν την προστάτευαν, δεν θα μπορούσαν να ζήσουν.

Μπροστά από την εποχή του

Περνώντας στη σύγχρονη εποχή, στέκεται στην καταλυτική συνδρομή εμπνευσμένων αρχιτεκτόνων όπως ο Αργεντίνος Εμίλιο Αμπας, που στις αρχές της δεκαετίας του '70 δέχτηκε αυστηρή κριτική στην απόπειρά του να ενσωματώσει οικολογικές πρακτικές στις εφαρμογές του. Αναφέρεται επίσης στη σημαντική συνεισφορά του Γερμανού Τόμας Χέρζογκ και την προσπάθειά του να πειραματιστεί με φιλοπεριβαλλοντικές τεχνικές, όταν ακόμη το οικολογικό κίνημα βρισκόταν στα σπάργανα. Και -φυσικά- δεν παραλείπει να αποτίσει φόρο τιμής στον Φρανκ Λόιντ Ράιτ, τον Λούις Μάμφορντ και την Ρέιτσελ Κάρσον, τους αρχιτέκτονες που πίστεψαν στη δυναμική και την αξία της «πράσινης» αρχιτεκτονικής, προτού γίνει της μόδας, όταν ακόμα αποτελούσε άγνωστο λήμμα στα λεξικά.

Στην πρώτη του έκδοση, το Green Architecture θεωρήθηκε μπροστά από την εποχή του. Πολλοί υποστήριξαν ότι ο συγγραφέας βιάστηκε, ότι θα έπρεπε να περιμένει μερικά χρόνια, ώστε οι αναγνώστες να είναι πιο ώριμοι για να διαχειριστούν καλύτερα το υλικό που έθετε στη διάθεσή τους. Ισως και να είχαν δίκιο. Η χρονική συγκυρία στην οποία επανεκδίδεται είναι πιο ευνοϊκή. Τώρα πια μπορούμε να εκτιμήσουμε πολύ περισσότερο τα λόγια του αρχηγού μιας ινδιάνικης φυλής που παρατίθενται στις πρώτες σελίδες της έκδοσης: «Γνωρίζουμε ότι ο λευκός δεν μας καταλαβαίνει. Είναι ένας ξένος που έρχεται τη νύχτα και παίρνει από τη γη ό,τι χρειάζεται. Η γη δεν είναι φίλος αλλά εχθρός του, που όταν τον κατακτήσει, προχωράει παρακάτω. Απάγει τη γη από τα παιδιά του. Η λαιμαργία του θα κατασπαράξει τη γη και θα αφήσει πίσω της μια έρημο...».

ΠΗΓΗ: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathcommon_2_13/09/2008_1287804

Δημοσίευση σχολίου