Τον τόπο μας, εμείς οι Ελληνες, δεν τον αγαπούμε

Από τον ΓΙΩΡΓΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗ*

Από την αδιαφορία και τη σιωπή, όσον αφορά το περιβάλλον, η χώρα μας έχει περάσει σε ένα επίπεδο γενικευμένης φλυαρίας. Η σημασία του υπογραμμίζεται παντού: σε λόγους πολιτικών και σε εκδηλώσεις κοινωνικές, στις τηλεοπτικές εκπομπές και σε δημοσιεύματα των εφημερίδων. Μεγάλες εταιρίες, τράπεζες και οργανισμοί ανακηρύσσονται υπέρμαχοι του περιβάλλοντος, ενώ τα δεινά που μας επιφυλάσσει το μέλλον περιγράφονται από όλους με μελανά χρώματα. Δεν αμφισβητείται ότι το καινοφανές αυτό ενδιαφέρον δημιουργεί κάποιες νέες προοπτικές.
Οπως όμως παρατήρησε από παλιά ο Θουκυδίδης, οι Ελληνες είμαστε «θεατές των λόγων και ακροατές των έργων». Η πικρή αυτή διαπίστωση δεν εξαιρεί τα προβλήματα του περιβάλλοντος και κάνει τον δρόμο δύσβατο και μακρύ.

Σε αυτόν ακριβώς τον δρόμο αναφέρονται οι υπαινιγμοί που ακολουθούν. Ο προσεκτικός αναγνώστης καλείται να τους συμπληρώσει -ή να προσθέσει άλλους.

Υπαινιγμός πρώτος: Η ελληνική ιδιαιτερότητα.

Την Ελλάδα χαρακτηρίζει η ποικιλία του τοπίου και μια απέραντη φυσική ομορφιά, που συνυπάρχουν με τα διάσπαρτα μνημεία σπουδαίων πολιτισμών.
Ενα ήπιο κλίμα και η διαύγεια του φωτός συνοδεύουν τα χαρακτηριστικά αυτά, και καθιστούν τη χώρα μας μοναδική. Η ελληνική ιδιαιτερότητα προκαλεί συνήθως ανέξοδους ύμνους ή και εθνικιστικές εξάρσεις. Θα έπρεπε όμως πρώτιστα να οδηγεί στην αυτοκριτική: Διότι καμιά και πάλι χώρα δεν δείχνει τόσο λίγο σεβασμό, τέτοια στάση ανεύθυνη απέναντι σε όσα της χάρισε η φύση και η Τέχνη των ανθρώπων. Φαίνεται ότι τον τόπο μας, εμείς οι Ελληνες, δεν τον αγαπούμε. Δεν χάνουμε βέβαια ευκαιρία να υμνούμε τις ομορφιές του, να τονίζουμε τις πολλές του χάρες. Λίγοι όμως μόνον, άξιοι και εκλεκτοί, έκαναν τους ύμνους αυτούς στάση ζωής, και δεν αλλάζουν την εικόνα: ότι τον τόπο μας, εμείς οι Ελληνες δεν τον αγαπούμε. Αρκούμαστε στα «ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα» ενώ η αλήθεια είναι άλλη και πληγώνει. Τον τόπο μας, εμείς οι Ελληνες, τον θεωρούμε στρέμματα προς εκμετάλλευση, δάση προς οικοπεδοποίηση, ακρογιαλιές προς ίδιον όφελος. Η ελληνική ιδιαιτερότητα αποκτά έτσι και την αντίστροφη, οδυνηρή της όψη.

Υπαινιγμός δεύτερος: Τα εθνικά μας χαρακτηριστικά.

Υπάρχουν ορισμένα εθνικά χαρακτηριστικά, που αποτυπώνονται σε όλο το φάσμα των ελληνικών προβλημάτων. Δεν βρίσκονται, βέβαια, όπως και οι αρετές μας, σε κάποιο DNA της φυλής. Οφείλονται αντίθετα στις ιστορικές μας ασυνέχειες και στην έλλειψη ουσιαστικής παιδείας. Πρώτο και κύριο ανάμεσα τους είναι ότι ως υπεύθυνους δείχνουμε πάντοτε όλους τους άλλους. Έτσι, για τα σκουπίδια ή τη ρύπανση των ακτών, ποτέ δεν φταίει η δική μας αγωγή, μήτε η καταναλωτική μας βουλιμία. Πάντοτε κάποιοι άλλοι. Μας χαρακτηρίζει επίσης -η δεύτερη επισήμανση- το θράσος της άγνοιας. Λίγο μετρά στη χώρα μας η γνώμη του επιστήμονα, του σοβαρού μελετητή. Τον τόνο δίδουν οι κραυγές στα τηλεοπτικά παράθυρα, οι πολιτικάντηδες του συρμού, οι εκπρόσωποι αγνώστων οργανώσεων. Τρίτο, τέλος, εθνικό χαρακτηριστικό είναι η ιερότητα της δικής μας επικράτειας, ποτέ εκείνης των γειτόνων. Η εγκατάσταση ενός βιολογικού καθαρισμού, για παράδειγμα, προσκρούει συνήθως σε ατέρμονες αντιδράσεις. Ενας ιδιότυπος τοπικός εθνικισμός -συχνά στο όνομα του περιβάλλοντος- υπερισχύει της λογικής και των πιεστικών μας αναγκών.

Υπαινιγμός τρίτος: Ο οικοδομικός αναρχισμός.

Το φαινόμενο έχει πολλαπλές αιτίες, ορατά όμως και καταστροφικά αποτελέσματα. Η Ελλάδα κτίζεται εική και ως έτυχε, άναρχα, χωρίς υποδομές, χωρίς μέτρο. Η αυθαίρετη δόμηση, που αποτελεί μια παγκόσμια πρωτοτυπία και πρακτική, ανθεί πάντοτε και τονίζει την πολεοδομική ασχήμια της χώρας. Οι μεγάλες πόλεις έμειναν έτσι χωρίς ανάσα και αισθητική. Το Κακό όμως μετανάστευσε παντού, ακόμα και στα περιούσια νησιά μας. Εκεί, μια έξοχη λαϊκή αρχιτεκτονική δίδαξε το μέτρο και έπλασε αριστουργήματα. Σήμερα ωστόσο, η δόμηση επεκτείνεται σε παραλίες και πλαγιές, ισοπεδώνει την ιδιαιτερότητα του τοπίου, αυθαδιάζει απέναντι στο περιβάλλον και τις ίδιες τις ανάγκες του ανθρώπου. Τα ελληνικά νησιά, που ύμνησαν οι ποιητές και οι θαλασσοπόροι, οδηγούνται έτσι -υπό την πίεση και ενός μαζικού τουρισμού- στην ριζική αλλοίωση της υφής και της αισθητικής τους. Τον τόπο ή τα νησιά μας, φαίνεται ότι εμείς οι Ελληνες δεν τα αγαπήσαμε ποτέ. Ισως γι' αυτό πέρα από τους ύμνους -για τα νησιά μας ή τον τόπο- τα σημάδια ενός αδιέξοδου μέλλοντος είναι ήδη ορατά.

Υπαινιγμός τέταρτος: Τουρισμός, μια εκφυλιστική απειλή.

Υπάρχει μια ανάλγητη αλλοίωση του ελληνικού περιβάλλοντος, που συντελείται σιωπηλά, ύπουλα, χωρίς πομπώδεις καταγγελίες. Είναι ο τουριστικός μας εκχυδαϊσμός. Ως επιδημία απαξιώνει τη μια, μετά την άλλη, γωνιά της πατρίδας, εξουθενώνει τοπία και ανθρώπους.

Βασική αιτία του φαινομένου υπήρξε η αλόγιστη επιδίωξη του αριθμού, σε βάρος της ποιότητας. Ετσι, υπό τον μανδύα της τουριστικής «αναπτύξεως», τοπία μοναδικά ενταφιάζονται στο μπετόν και την ασχήμια, παραλίες ολόκληρες παραδίδονται στην ευτέλεια και το κέρδος. Οσο για τους «τουρίστες», λίγοι ενδιαφέρονται για την ελληνική ιδιαιτερότητα.
Είναι μάζες μετακινούμενες, που ψάχνουν τον πλαστικό ήλιο και τη φτήνια, ενώ προσθέτουν το δικό τους άχρωμο βλέμμα στις ήδη άχρωμες τουριστικές περιοχές.

Καλούνται ωστόσο, όπως λέει η διαφήμιση, να ζήσουν τον «μύθο της Ελλάδας». Η Ελλάδα ζει και αυτή τον μύθο της. Μόνον που ο μύθος έχει ξεθωριάσει και η ευλογία μετατρέπεται σε εφιάλτη: Το τουριστικό «εισόδημα» δεν ακολουθεί την ίδια αυξητική πορεία, η φθηνή μαζικότητα οδηγεί διαρκώς και καινούργιες περιοχές στην απαξίωση, τα βραχιόλια της ντροπής πολλαπλασιάζονται. Τους καλοκαιρινούς μήνες επικρατεί η ασυδοσία, η ηχητική βουή και ο υπερπληθυσμός. Το χειμώνα, αντίθετα, τα ίδια τοπία μοιάζουν βομβαρδισμένα, έρημα από ζωή και πραγματικές προοπτικές. Το είδος της τουριστικής μας «ανάπτυξης» δείχνει, περισσότερο ίσως από οτιδήποτε άλλο, ότι τον τόπο μας δεν τον αγαπούμε. Η φρικτή αυτή υποψία -ότι εμείς οι Ελληνες, τον τόπο μας δεν τον αγαπούμε- παγώνει τον νού και την ψυχή, και αναζητεί τις ερμηνείες και την αιτία της.

Υπαινιγμός πέμπτος: Τα δεινά και η εκδίκηση της θάλασσας.

Παρά τα μέτρα, που εξαγγέλλονται ή σχεδιάζονται κατά καιρούς, ολόκληρη η Μεσόγειος θάλασσα φαίνεται να απειλείται. Τα στοιχεία που αφορούν τα αστικά λύματα και τους ρύπους, τα πετρελαιοειδή ή το όργωμα των βυθών, δεν αφήνουν αμφιβολίες· και προοιωνίζονται για τη Μεσόγειο τη μοίρα, μοίρα οδυνηρή για το λαμπρό της παρελθόν, μιας Νεκρής Θάλασσας. Τούτο θα έχει διαστάσεις που ξεπερνούν τα όρια του θαλάσσιου οικοσυστήματος. 
«Τι είναι η Μεσόγειος;», ρωτά ο F. Braudel. «Είναι χίλια πράγματα μαζί. Δεν είναι ένα μόνο τοπίο, αλλά αμέτρητα τοπία. Δεν είναι μια θάλασσα, αλλά διαδοχή θαλασσών. Δεν είναι ένας πολιτισμός, αλλά πολιτισμοί που συσσωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο».

Το προαιώνιο αυτό μεσογειακό «ύφος», το θαυμαστό όσο και ζωογόνο, βρίσκει την αποθέωσή του στις ελληνικές θάλασσες και ακτές, με τις ελιές και τους αμπελώνες να κατηφορίζουν. Ενώ όμως έπρεπε να συνεγείρει όλους μας στην προστασία του, η ανθρωπογενής βαρβαρότητα, που φθάνει από τη στεριά ή τα καράβια, παρουσιάζει στην Ελλάδα ιδιαίτερες επιδόσεις. Το θαύμα του Αιγαίου ή το Ιόνιο πέλαγος, οι απέραντες ελληνικές ακτές και τα συμπλέγματα των νησιών, βρίσκονται σε πολλαπλή ομηρία. Εκτεταμένες πηγές ρύπανσης, δυναμίτιδα και παράνομες τράτες, πετρέλαια και ρύποι κάθε λογής από τα πλοία, σκουπίδια στις ακτές και στις ψυχές μας. Στον βυθό των θαλασσών απεικονίζεται η ανευθυνότητα και η βουλιμία μας: λογής μπουκάλια και πλαστικά, που χρειάζονται δεκαετίες για να αποδομηθούν· ενώ μια θολή υφή δεσπόζει συχνά εκεί που κάποτε έλαμπε το διάφανο νερό και τα μαγικά του χρώματα. Με έναν συμβολικό τρόπο, ο βυθός των ελληνικών θαλασσών αναπαριστά την ίδια την ελληνική πραγματικότητα.

Υπαινιγμός έκτος: Η ανθρώπινη διάσταση της οικολογίας.

Η ποιότητα του περιβάλλοντος εκφράζεται συνήθως με μετρήσιμα μεγέθη: τη ρύπανση του εδάφους ή των θαλασσών, το ποσοστό διοξειδίου του άνθρακος στην ατμόσφαιρα, τα στρέμματα του δάσους που καίγονται. Η περιβαλλοντική όμως κρίση είναι, σε πρωτογενές επίπεδο, κρίση του σύγχρονου πολιτισμού και των αξιών του. Αυτό που χρειάζεται συνεπώς, είναι να αμφισβητηθεί η ίδια η έννοια της προόδου και η μονομέρεια της πρακτικής της. Διότι η πρόοδος, μέχρι τώρα, σχεδόν ταυτίζεται με τα καταναλωτικά αγαθά και τη βελτίωση των οικονομικών παραμέτρων. Ελάχιστα αναφέρεται σε ποιοτικές παραμέτρους, στην αρμονική ισορροπία του ανθρώπου με το περιβάλλον του, στην ανάγκη του να υπάρξει με τη φύση και τους άλλους. Η ανθρώπινη διάσταση της οικολογίας την ανυψώνει, λοιπόν, πέρα από τη λογική των αριθμών και της προσδίδει έναν χαρακτήρα βαθύτερο. Η μέτρηση των παραμέτρων, που δείχνουν την αλλοίωση στη φύση και στις θάλασσες μας, δεν απεικονίζει μόνον μια πραγματικότητα. Αντικατοπτρίζει επίσης την αλλοίωση της ψυχής και τις επίπλαστες ανάγκες μας.

Υπαινιγμός έβδομος: Η πυραμίδα των ευθυνών και η ανατροπή της.

Οι ευθύνες για την περιβαλλοντική υποβάθμιση της χώρας απεικονίζονται με ενάργεια στο σχήμα μιας πυραμίδας. Η πυραμίδα αυτή μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να αλλάζει λίγο τις γωνίες ή να προεκτείνει τη βάση της, παραμένει όμως πάντοτε μια πυραμίδα. Στην κορυφή της βρίσκεται η πολιτική εξουσία. Διότι η κυβέρνηση και ο εκάστοτε πρωθυπουργός δίδουν
τον τόνο, αυτοί νομοθετούν ή ανέχονται τον κατήφορο. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο, ότι ενώ η χώρα μας έχει αλλού αναμφισβήτητα επιτεύγματα, που ανακλούν και στην πολιτική ηγεσία της, δεν έχει καταγραφεί ένας πρόεδρος της κυβερνήσεως, ένας έστω ισχυρός υπουργός, που να άφησε το στίγμα του στην προστασία του περιβάλλοντος. Δεν είναι λοιπόν περίεργο
ότι, στο αμέσως επόμενο επίπεδο των ευθυνών, συνωστίζονται οι κήρυκες μιας ψευδεπίγραφης ανάπτυξης: συμφέροντα μεγάλα και μικρότερα, επιχειρηματίες και δήθεν επενδυτές, πολιτικά πρόσωπα που ανήκουν στην εκάστοτε κομματική «αυλή». Την πυραμίδα συμπληρώνουν οι μηχανισμοί ελέγχου: αρμόδιοι της πολεοδομίας και αστυνομία, δικαστικές αρχές ή ποικιλώνυμα συμβούλια. Στη βάση τέλος της πυραμίδας είμαστε όλοι εμείς, παθητικοί αποδέκτες ενός νέου τραύματος στον τόπο μας, αδιάφοροι και ατομιστές, ωφελούμενοι ίσως, συμμέτοχοι κάποτε. Στη βάση όμως της πυραμίδας υπάρχουν και οι άλλοι, οι θαυμάσιοι άλλοι.Είναι όσοι με επιμονή και αγάπη -που λείπει από τη δική μας οπτική- υπερασπίζονται το περιβάλλον το ελληνικό, δίδουν συχνά άνισες μάχες και κατακτούν μια σπιθαμή μνήμης, ένα μέτρο αξιοπρέπειας του τόπου μας. Οπως και οι άγγελοι, εμφανίζονται παντού και δύσκολα προφέρεις τα ονόματά τους: περιβαλλοντικές οργανώσεις και σωματεία πολιτιστικά,  πολίτες μοναχικοί και εκπρόσωποι περιοχών που αλώνονται, διανοούμενοι αλλά και δημόσιοι λειτουργοί, απλοί άνθρωποι αλλά και ονόματα με κύρος. Οποια και αν είναι όμως η ταυτότητά τους, το γεγονός είναι ότι οι άγγελοι αυτοί πληθύνονται. Υπάρχει λοιπόν μια μικρή ελπίδα ότι ίσως κυριαρχήσουν κάποτε στη βάση της πυραμίδας. Τότε -υπάρχει πάλι μια μικρή ελπίδα- θα επιδιώξουν την ανατροπή της και θα επιβάλλουν στην κορυφή μεγαλύτερο σεβασμό και φρόνηση. 

* Ο κ. Γιώργος Γραμματικάκης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης και συγγραφέας.

                                                                                                          ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 10/10/2008

Δημοσίευση σχολίου