Ο μόνος φόρος που αξίζει για αυτό το σπίτι, είναι ο φόρος τιμής σε αυτούς που το έκτισαν...




του Μιχάλη Μιχελή
«Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ».*



Ο μόνος φόρος που αξίζει για αυτό το σπίτι, είναι ο φόρος τιμής σε αυτούς που το έκτισαν...


Η φορολογία, είναι μια κατ’ εξοχήν αριστερή λογική στην εποχή μας. Περνώντας από την ιστορική εποχή της συμόρφωσης στον αφέντη, που η υποχρέωση του κάθε υποτακτικού, ήταν στο να μαζεύει ένα μέρος του κόπου του και να του το προσφέρει (ως ανταμοιβή της μεγαλοσύνης του), στα σύγχρονα καπιταλιστικά συστήματα, η εισοδηματική στήριξη, πήρε την μορφή της επούλωσης των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω των αντικειμενικών φορολογικών μηχανισμών.
Ιδίως με την δημιουργία της κοινωνικής μέριμνας (επί Σοσιαλδημοκρατίας), ο εξορθολογισμός στην πολιτεία των ίδιων ευκαιριών, έγινε ένα ισχυρό κίνητρο για τη δημιουργία της φορολογικής συνείδησης. Η ανταποδοτικότητα λοιπόν, είναι η βάση της ισορροπίας. Το δούναι λαβείν, ενέχει το ηθικό και πρακτικό συμβόλαιο μεταξύ του ενσυνείδητου πολίτη και της αγαστής κρατικής μέριμνας. Μια μετεξέλιξη λοιπόν τούτου του παράγοντα (της εξισορρόπησης), είναι και ο περιβαλλοντικός φόρος.
Όσα αλλοτριώνουμε από το φυσικό περιβάλλον, το επιστρέφουμε με τη λογική μιας τρόπο τινά αντίστοιχης ισοδυναμίας. Του δίνουμε, απ’ αυτά που του παίρνουμε.  
Στον γαιοχώρο μας, η πολυπλοκότητα του ανάγλυφου, η διάσταση της ηπειρωτικής ορεινής ενδοχώρας από την πεδινή γόνιμη γη, έφτιαξε τους προβληματικούς και πλεονεκτικούς οικισμούς. Η μετανάστευση είναι απότοκο στοιχείο αυτής της εγγενούς διαφοράς. Τα χωριά της φτώχειας εγκαταλείφτηκαν, προ δόξα των πόλεων. Η αστυφιλία γέννησε τούτο το νεοελληνική έκτρωμα.
Στο νησιώτικο τοπίο, η παραθαλάσσια περιουσία έγινε περιούσια αξία, αλλά παράλληλα έφερε και μύριες όσες στρεβλώσεις, ως προς τη δόμηση και τον χωροταξικό σχεδιασμό. 
Το λογικό λοιπόν αίτημα είναι, μια φορολογική οικολογική ισοδυναμία, δηλαδή μια οικονομική παροχή, που θα εξασφαλίζεται από την απαλλοτριωμένη γη (την δομημένη περιουσία του καθ’ ενός μας), ως προσφορά στον εναπομείναντα φυσικό χώρο, με σκοπό τη συντήρηση του. Το αντίτιμο αυτής της περιβαλλοντικής φορολογίας, πρέπει να εξαρτάται αναλόγως των τετραγωνικών της οικοδομής, της παλαιότητας του κτηρίου (διότι αυτό σημαίνει περισσότερα έξοδα συντήρησης, άρα υψηλότερες δαπάνες του ιδιοκτήτη), αλλά και από την απόσταση της οικοδομής από τους οικισμούς (διότι αυτό ανεβάζει το κόστος των δημοτικών υποδομών). Παράλληλα ως αναγκαία οικονομική επιβάρυνση για τους επήλυδες (τους καλοκαιρινούς ιδιοκτήτες), θα ήταν αντιλαμβανόμενοι, ότι για να έχουν δικαιολογημένο αίτημα στην ποιοτικότερη αναβάθμιση των υποδομών (αποχετευτικό, υδροδότηση, απορρίμματα, οδοποιία, δενδροφυτεύσεις, μονοπάτια, καθαρισμός παραλιών κλπ.), θα πρέπει τα δημοτικά τους τέλη, να έχουν ένα επί πλέον πρόσθετο ποσόν, από τους μόνιμους κατοίκους.
Διότι πώς να το κάνουμε, άλλο να δέχεσαι την χειμερινή απομόνωση (με ότι αυτό συνεπάγεται) κι άλλο να είσαι εποχικά περαστικός και ν’ αξιώνεις ισότιμες δημοτικές παροχές. Όταν ένα νησί των 8-10 χιλ. κατοίκων του χειμώνα, έχει τους καλοκαιρινούς μήνες δεκαπλάσιο πληθυσμό, υπάρχει πρόβλημα ως προς την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών.
Αυτό λοιπόν το απλό και λιτό σκεπτικό του οικολογικού ισοδύναμου φόρου, τώρα ισοπεδώνεται με τη νέα φορολογική λαίλαπα επί της ακίνητης περιουσίας. Δεν τους νοιάζει τίποτε, όλα στο σφυρί! Αν έχεις καλώς, αλλιώς πούλα.
Και το αποτέλεσμα ποιο είναι; Οι ντόπιοι να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, αδυνατώντας να τα συντηρήσουν. Τα χωριά μας γέμισαν νέους αγοραστές. Καλοί και φιλότιμοι. Ευπρόσδεκτοι και φιλικοί, με τους χωριανούς. Κι όμως πίσω από την αλλαγή των ιδιοκτησιών, υπάρχει μια μη ορατή (για τους τεχνοκράτες) καταστρεπτική συνέπεια.
Η αλλαγή της ταυτότητας του χωριού. Κοινωνικές σχέσεις, δεν είναι μόνο η συνύπαρξη των ζωντανών, αν έχουν δεύτερη κατοικία κι άρα είναι προνομιούχοι, αν αγαπάνε γενικώς κι αφηρημένως τη χώρα τους και πρέπει να τη σώσουν (με οποιαδήποτε προσωπικό κόστος), αλλά και κάτι άλλο, εξ ίσου σημαντικό. Η κοινωνικότητα, επεκτείνεται πέρα από την έμβια αλληλοεξάρτηση, στη σχέση των ζωντανών και με το νεκροταφείο τους.
Εκεί που το χώμα φιλοξενεί τις μνήμες με τους παππούδες και τις γιαγιές μας,  τους γονείς μας, τους συγγενείς και φίλους μας. Το νεκροταφείο είναι το σημείο αναφοράς, που αν χαθεί από την εγκατάλειψη και την μετοίκηση, πάει χάθηκε η αλυσίδα της κοινωνικότητας ενός χώρου. Όλα μετά απαξιώνονται. Χάνεται αυτό το ιδιαίτερο, που σε δένει με τον τόπο καταγωγής σου κι έτσι μεταβάλλεται μια χώρα, ένας τόπος «ξένος», που μετανάστες «απροσανατόλιστοι», τριγυρνώντας μακριά από τον ομφάλιο λώρο τους, τη γενέθλια γη τους, αναζητούν τα πώς και γιατί μιας «απρόσωπης συγκατοίκησης»,  χωρίς να συνδέονται με συγκινησιακούς δεσμούς και μ’ ένα περιβάλλον που τους μέστωσε. Την μισούμε την Αθήνα, γιατί κι αν γεννηθήκαμε εδώ, η ψυχή μας είναι εκεί, στην πατρική γη, στον πόθο του νόστου. Εκεί που τρέξαμε, παίξαμε, ερωτευτήκαμε, στεναχωρηθήκαμε που την αφήσαμε πίσω μας, μέχρι το καρτέρεμα του επόμενου καλοκαιριού.  
Οι Αθηναίοι πήγαν στην Δήλο και απαίτησαν από τους κατοίκους της τον Θησαυρό. Στην άρνηση των Δηλείων να δεχθούν το υπεροπτικό αίτημα των Αθηναίων, αυτοί πήγαν στο νεκροταφείο και ξέθαψαν τα οστά, μεταφέροντάς τα στο γειτονικό νησί της Ρήνειας. Και τότε ακούστηκε εκείνη η αλαζονική διαχρονική υπόδειξη: «Τόπος που δεν έχει δικούς σου νεκρούς, δεν είναι τόπος σου»! Τα χρήματα της Δήλου, έφυγαν για την Αθήνα κι η ζωή του νησιού μαράζωσε.
                                                                                                                   
                                                                                                               Μιχάλης Μιχελής  

Σημ: *Οδυσσέας Ελύτης, «Το φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά».
Δημοσίευση σχολίου