"Γεωβοτανική Έρευνα της Σαλαμίνας, Αίγινας και μερικών άλλων Νησιών του Σαρωνικού Κόλπου" - Ειρήνης Βαλλιανάτου, Βιολόγου


Φωτογραφία: Centaurea achaia Boiss.; ex Herb. Zool.-Bot. Ges. Wien. http://ww2.bgbm.org/herbarium/Access.cfm?CurrentPage=9&Col=4&IsoCode=GR&Fam=Compositae&SubColl=all&Genus=all&FullNameCache=all

Η εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής με τίτλο «Γεωβοτανική έρευνα της
Σαλαμίνας, της Αίγινας και μερικών άλλων νησιών του Σαρωνικού Κόλπου» μου ανατέθηκε το Φεβρουάριο του 1987. 
Η εργαστηριακή έρευνα πραγματοποιήθηκε κυρίως στο Εργαστήριο Συστηματικής Βοτανικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η εργασία υπαίθρου ολοκληρώθηκε το 1994 και στα τέλη του ίδιου έτους έγινε η τελική παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνάς μου στην τριμελή συμβουλευτική επιτροπή, που είχε
ορισθεί από τη Γενική Συνέλευση του Τμήματος Βιολογίας.
Σκοπός της παρούσας έρευνας
Η βοτανική έρευνα για τα νησιά του Σαρωνικού Κόλπου, τα οποία βρίσκονται κοντά στην Αττική, ήταν έως τώρα ελλειπής, ελάχιστη ή και ανύπαρκτη. Ίσως μάλιστα αυτή η γειτνίαση είναι η αιτία για το μικρότερο ενδιαφέρον των βοτανικών για τα νησιά αυτά σε σχέση με τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου. Εξαιτίας του παραπάνω γεγονότος κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή μιας όσο το δυνατόν πληρέστερης βοτανικής έρευνας για την περιοχή αυτή, η οποία και μας ανατέθηκε. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι ιδιαίτερα για την
Αίγινα μόνο ένα μέρος των διαθέσιμων πληροφοριών από προηγούμενες έρευνες έχει δημοσιευθεί 
και για τη Σαλαμίνα αυτό ισχύει σε μικρότερο βαθμό (βλέπε και Greuter et al.
1976). [...]

Στην περιοχή έρευνάς μας περιλαμβάνονται τα μεγάλα νησιά Σαλαμίνα και Αίγινα
καθώς και οι νησίδες και βραχονησίδες Παχάκι, Πάχη, Ρεβυθούσα, Μακρόνησος, Κυράδες
(Μεγάλη και Μικρή Κυρά), Αρπηδόνη, Άγιος Γεώργιος, Ψυττάλεια, Πούλισες, Κανάκια,
Περιστέρια (Δυτική και Ανατολική νησίδα), Πέρα, Διαπόριοι (τρεις από αυτές, οι: Άγιος
Θωμάς, Άγιος Ιωάννης και Μολάδι), Πρασού, Λαγούσες (δύο από αυτές, η Παναγίτσα και η
Λαγούσα) και Μονή, που βρίσκονται γύρω και ανάμεσά τους (Εικ. 1).
Κύριος σκοπός της έρευνας αυτής είναι η λεπτομερής και με σύγχρονες μεθόδους
μελέτη της χλωρίδας και της βλάστησης των παραπάνω νησιών και η συσχέτισή τους με τους
οικολογικούς παράγοντες.


ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ- ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ - ΤΜΗΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ- ΤΟΜΕΑΣ  - ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΝΟΜΙΚΗΣ - ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΒΟΤΑΝΙΚΗΣ 


[...] Η Σαλαμίνα (Θεοφανίδης 1933, Βιολατζής κ. άλ. 1992, Σιμόπουλος 1999α, 1999γ)
είναι περισσότερο γνωστή για την ομώνυμη ναυμαχία ανάμεσα στους Έλληνες και τους
Πέρσες, η οποία έλαβε χώρα στα ανατολικά της το 480 π.Χ.

Κατά τους αρχαιότατους χρόνους η Σαλαμίνα αποτελούσε αυτόνομο κράτος με
βασιλιάδες του γένους των Αιακιδών. Στη θέση Κολόνες βρέθηκαν τα ερείπια της πόλης
εκείνης της εποχής. Κατά τους ιστορικούς χρόνους η πόλη μεταφέρθηκε κοντά στα σημερινά
χωριά Αμπελάκια και Καματερό, όπου διακρίνονται ερείπια τειχών και αρχαίων οικοδομημάτων.

Η αύξηση της δύναμης των Μεγάρων υπήρξε η κύρια αιτία της κατάπτωσης
της Σαλαμίνας και της στέρησης της αυτονομίας της. Την κατέλαβαν οι Μεγαρείς, ενώ
αργότερα αποτέλεσε κράτος υπό την αθηναϊκή κυριαρχία. Κύρια προϊόντα της ήταν το
κρασί, το λάδι, τα πτηνά, το τυρί και το μέλι. Όταν το 318 π.Χ. οι Αθηναίοι πολεμούσαν με
τον Κάσσανδρο, οι Σαλαμίνιοι ενώθηκαν με τους Μακεδόνες, γεγονός που εξόργισε τους
Αθηναίους κι έτσι, όταν το 232 π.Χ. πήραν ξανά το νησί στα χέρια τους, έδιωξαν όλους τους
κατοίκους και το μοίρασαν σε Αθηναίους κληρούχους. Όταν ο Παυσανίας επισκέφθηκε το
νησί περί το 170 μ.Χ. η πόλη ήταν ερειπωμένη.

Κατά το 12ο αιώνα η Σαλαμίνα είχε γίνει, όπως και η Αίγινα, ορμητήριο κουρσάρων.
Το 1204 το νησί περιήλθε στους Ενετούς, ενώ το 14ο αιώνα πλήρωνε φόρο στο Βυζαντινό
διοικητή της Μονεμβασίας. Από το Μεσαίωνα επικράτησε για το νησί το όνομα Κόλουρις ή
Κούλουρις. Αυτό δεν έχει σχέση με το σχήμα του νησιού αλλά με το όνομα του ακρωτηρίου
που βρίσκεται κοντά στην πόλη των ιστορικών αρχαίων χρόνων (σημερινή Πούντα), το
οποίο μεταδόθηκε σε όλο το νησί. Γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα η περιοχή του Σαρωνικού
ήταν βασίλειο των κουρσάρων. Η Σαλαμίνα υπέστη επιδρομή το 1667 και λεηλατήθηκε.
Απέμειναν μόνο 400 ψυχές που κατοικούσαν στην πόλη της Κόλουρις αλλά κρύβονταν σε
σπήλαια για τον φόβο των κουρσάρων. Ασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και
την αλιεία. Παρήγαν επίσης κατράμι και στάχτη για τους Αθηναίους σαπουνάδες.

Στις αρχές του 19ου αιώνα ο πληθυσμός υπολογίζεται σε 5000 ψυχές. Το 1881
εγκαταστάθηκε στη Σαλαμίνα ο Ναύσταθμος. Το 1928 ο πληθυσμός της ανέρχεται στους
15.200 κατοίκους, που ασχολούνται κυρίως με την αλιεία και εργάζονται σε διάφορες
υπηρεσίες του Πολεμικού Ναυστάθμου. Την εποχή αυτή το νησί παράγει σιτάρι, κρασί και
λάδι, ενώ γίνεται και εξαγωγή ρετσινιού και άλλων δασικών προϊόντων από τα δάση του
νοτίου τμήματός του. Το 1961 έχει πληθυσμό 21.200 κατοίκους, ενώ με στοιχεία της
απογραφής του 1991 και του 2001, ζουν στη Σαλαμίνα μόνιμα 34.272 και 28.385 κάτοικοι
αντίστοιχα. Ωστόσο τις τελευταίες δεκαετίες το νησί έχει εξελιχθεί σε παραθεριστικό κέντρο
με πολλαπλάσιους από το σταθερό πληθυσμό μόνιμους παραθεριστές, με αποτέλεσμα
σήμερα οι ακτές του νησιού να έχουν γεμίσει παραθεριστικούς οικισμούς, οι οποίοι
εκτείνονται ακόμη και μέσα σε πευκόφυτες εκτάσεις.


Σήμερα, όπως προκύπτει και από δικές μας παρατηρήσεις, καλλιεργούνται κυρίως
ελιές αλλά και φιστικιές, εσπεριδοειδή, αμυγδαλιές, συκιές, σιτηρά και κηπευτικά. Έτσι τα
πεδινά καταλαμβάνονται είτε από κτίσματα είτε από καλλιέργειες. Το μεγαλύτερο μέρος των
κατοίκων εργάζεται ωστόσο στις υπηρεσίες του Ναυστάθμου, ενώ ένα μέρος ασχολείται με
την αλιεία. Κτηνοτρόφοι, με κοπάδια αιγοπροβάτων, βρίσκονται σε λίγα μέρη του νησιού.

Στον Άγιο Γεώργιο, κατά την αρχαιότητα είχε ιδρυθεί πορφυρείο, όμως το νησί έμεινε
ακατοίκητο μέχρι τον 20ό αιώνα, οπότε χτίστηκε σε αυτό λοιμοκαθαρτήριο. Από το 1946
και για δύο δεκαετίες λειτούργησε εκεί πειραματικό οστρεοτροφείο. Τις τελευταίες δεκαετίες
το λοιμοκαθαρτήριο μετατράπηκε σε ψυχιατρείο, το οποίο σταμάτησε να λειτουργεί το 1978,
όταν το νησί έγινε τμήμα του Ναυστάθμου (Βιολατζής κ. άλ. 1980). Σήμερα βρίσκονται
πάνω στο νησί τα ερείπια από τα οικήματα του ψυχιατρείου, που ήταν αρκετά (κατά την
απογραφή του 1961 ζούσαν στον Άγιο Γεώργιο 506 άτομα) και μόνο ένα οίκημα
χρησιμοποιείται από το Ναύσταθμο. Τη δεκαετία του 1980 κατασκευάσθηκε τεχνητός
ισθμός, ο οποίος ενώνει το νησί με την απέναντι ακτή της Σαλαμίνας, που ανήκει επίσης στο
Πολεμικό Ναυτικό.

Συνδεδεμένες με τεχνητό ισθμό μεταξύ τους και με την απέναντι ακτή της Αττικής
είναι και οι δύο Κυράδες, οι οποίες επίσης ανήκουν στο Ναύσταθμο. Το γεγονός αυτό έχει
καταστρέψει μεγάλο μέρος της Μικρής Κυράς, ενώ στη Μεγάλη Κυρά έχουν γίνει και άλλα
έργα από το Πολεμικό Ναυτικό.

Η βραχονησίδα Αρπηδόνη, που είναι και αυτή ιδιοκτησία του Πολεμικού Ναυτικού,
έχει αποφύγει τις ανθρώπινες δραστηριότητες

Η Ψυττάλεια (Λυκούδης 1934, Βιολατζής κ. άλ. 1994, Σιμόπουλος 1999α) είναι
γνωστή από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, κατά τη διάρκεια της οποίας έπαιξε σπουδαιότατο
ρόλο λόγω της στρατηγικής της θέσης. Σύμφωνα με το Στράβωνα (Stravon 1853) η
Ψυττάλεια κατά την αρχαιότητα ήταν ακατοίκητη, ενώ κατά το Μεσαίωνα έβρισκαν εκεί
καταφύγιο πειρατές.

Το 1204 πέρασε στους Ενετούς, όπως και όλη η περιοχή, παρέμεινε
όμως ακατοίκητη. Κατά τους χρόνους της τουρκικής δουλείας αναφέρεται και ως
Λιψοκουτάλα (Λειψοκουτάλα) λόγω του σχήματός της. Την περίοδο αυτή ήταν επίσης
ακατοίκητη, κατάφυτη και ζούσαν εκεί λαγοί και αγριοκούνελα. Μάλιστα κατά το 17ο
αιώνα προμηθεύονταν από αυτήν ξύλα τα καράβια που φόρτωναν στον Πειραιά. Το 1856
χτίστηκε φάρος στο νησί και μέχρι πρόσφατα κατοικείτο από τον εκάστοτε φαροφύλακα.
Πολύ αργότερα ιδρύθηκαν στο δυτικό άκρο της Ψυττάλειας φυλακές του Πολεμικού
Ναυτικού, οι οποίες λειτουργούσαν μέχρι τη δεκαετία του 1970.

Μάλιστα κατά την απογραφή του 1951 στο νησί ζούσαν 74 άτομα (προσωπικό και κρατούμενοι των φυλακών) και το 1961, 80 άτομα. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεών μας στο νησί (1986-1991)
υπήρχαν επίσης τάφοι επιφανών ανδρών, το κενοτάφιο του "Αφανούς Ναύτη", ένα μικρό
εκκλησάκι και μια μικρή καλλιεργημένη έκταση με κηπευτικά και λίγα δενδρώδη είδη δίπλα
στο φάρο. Κατά το 1986 ξεκίνησαν στο νησί έργα για τον πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο
καθαρισμό των λυμάτων και αποβλήτων του λεκανοπέδιου της Αττικής. Τα έργα, τα οποία
σήμερα έχουν ολοκληρωθεί, έχουν αφήσει άθικτο μόνο το δυτικό και το ανατολικό παράλιο
τμήμα του νησιού.

Η Μονή (Γιαννούλη 1986) είναι ένα ακατοίκητο νησί, το οποίο παλαιότερα ανήκε στη
Μονή Χρυσολεόντισσας και λεγόταν Μόνη. Από το 1913 λειτουργεί φάρος στο ΝΔ άκρο
της, ενώ στην κορυφή του νησιού χτίστηκε από τους Γερμανούς κατά το Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο παρατηρητήριο. Το νησί έχει παραχωρηθεί στην Ελληνική Περιηγητική
Λέσχη και χρησιμοποιείται τα καλοκαίρια ως χώρος κατασκήνωσης. Για να εξυπηρετούνται
οι επισκέπτες χτίσθηκαν δύο καταστήματα, τα οποία λειτουργούν μόνο κατά τη θερινή
εποχή. Το μεγαλύτερο μέρος του νησιού είναι περιφραγμένο και απρόσιτο στους επισκέπτες,
όμως έχουν εισαχθεί στη Μονή παγώνια, αγριοκούνελα και κρητικοί αίγαγροι, οι οποίοι
επιφέρουν καταστροφές στη χλωρίδα και τη βλάστηση με τη βόσκησή τους.

Για τα υπόλοιπα μικρά νησιά, οι ανθρώπινες δραστηριότητες είτε δεν υπάρχουν
(Πούλισες, Πρασού, Μολάδι), είτε είναι ήδη καταστροφικές (έργα φυσικού αερίου στη
Ρεβυθούσα που έχουν "εξαφανίσει" το νησί), είτε είναι περιορισμένης έκτασης, όπως ισχύει
για τα περισσότερα από αυτά. Πολλά από τα νησιά χρησιμοποιούνται από τους κατοίκους
των κοντινότερων ακτών ως χώροι βόσκησης γιδιών ή αγριοκούνελων και άλλων
θηραμάτων, οπότε χρησιμοποιούνται και ως χώροι κυνηγιού. 

Σε κάποια από αυτά υπάρχουν εκκλησάκια ή φάροι (Άγιος Θωμάς, Άγιος Ιωάννης, Παναγίτσα, Λαγούσα) ή κτίσματα τα οποία σήμερα είναι ακατοίκητα (Παχάκι). Εκτός από τους κυνηγούς συχνοί επισκέπτες τους είναι οι ψαράδες, ενώ τα νησάκια τα οποία είναι πολύ κοντά στις ακτές τα προτιμούν και οι κολυμβητές (Παχάκι, Πάχη, νησίδες Περιστέρια). Τέλος, κοντά στη νησίδα Πέρα υπάρχουν και ιχθυοκαλλιέργειες.


Από τα παραπάνω φαίνεται ότι η εγκατάσταση ανθρώπινων πληθυσμών στην περιοχή
που ερευνήσαμε, είναι μακραίωνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι επεμβάσεις στα μεγάλα και
στα περισσότερα από τα μικρά νησιά να είναι ιδιαίτερα έντονες. Έτσι, οι ανθρώπινες
επιδράσεις στο περιβάλλον των νησιών γενικότερα και ειδικότερα στη χλωρίδα και τη
βλάστησή τους, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια, είναι σημαντικές.  [...]

Γεωβοτανική Έρευνα της Σαλαμίνας, Αίγινας και μερικών άλλων Νησιών του Σαρωνικού Κόλπου - Ειρήνης  Βαλιανάτ...

Τα πολιτιστικά μονοπάτια της Αίγινας !

  Τα πολιτιστικά μονοπάτια   Select Language Τα πολιτιστικά μονοπάτια της Αίγινας  είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του Δήμου Αίγινας με τη...