Οταν σ' όλη την Ευρώπη γίνεται διαλογή στην πηγή των οργανικών, στην Ελλάδα διαχωρίζονται μόνο χαρτί, πλαστικό και μέταλλο (και όχι παντού).
Οταν σ' όλη την Ευρώπη γίνεται διαλογή στην πηγή των οργανικών, στην Ελλάδα διαχωρίζονται μόνο χαρτί, πλαστικό και μέταλλο (και όχι παντού).
Θα τα πετάμε όλα μαζί, μετά θα πηγαίνουν σε εργοστάσια επιχειρήσεων σαν του ομίλου Μπόμπολα και στη συνέχεια το απορριμματογενές καύσιμο (RDF ή SRF) το οποίο θα παράγουν θα καταλήγει στη χωματερή χωρίς να χρησιμοποιείται για παραγωγή ενέργειας!
Και καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα τα τότε κυβερνητικά στελέχη θα πουν στους έλληνες υπηκόους πως -λόγω λαθών στον αρχικό σχεδιασμό- είναι αναπόφευκτη η δημιουργία πανάκριβων ειδικών μονάδων αποτέφρωσης των εν λόγω ανακυκλώσιμων υλικών.
Το σίγουρο είναι ότι θα ανέβει κατακόρυφα το κόστος διαχείρισης των σκουπιδιών (πάνω από τα 150 ευρώ ο τόνος). Ο πρόεδρος της Οικολογικής Εταιρείας Ανακύκλωσης, Φίλιππος Κυρκίτσος, μας λέει: «Πιθανόν να εξασθενίσει κι άλλο η ανακύκλωση που υπάρχει και να μην ξεκινήσει η -θεμελιώδους σημασίας- διαλογή στην πηγή των οργανικών που θεωρείται βασική προϋπόθεση για την παραγωγή βέλτιστης ποιότητας κομπόστ (για αγροτική χρήση βρώσιμων προϊόντων) και πάνω απ' όλα θα βοηθήσει σημαντικά στην καλή λειτουργία των εργοστασίων που υπάρχουν και αυτών που πρόκειται να δημιουργηθούν».
Οι επιστήμονες πάντως είχαν προειδοποιήσει.
Τον Φεβρουάριο του 2010 σε ημερίδα για τη διαχείριση των απορριμμάτων οι καθηγητές στο ΑΠΘ Αβραάμ Καραγιαννίδης και Ελευθέριος Ιακώβου ρωτούσαν αν «αξίζει τον "κόπο" να δημιουργηθούν πρώτα εργοστάσια μηχανικής βιολογικής ανακύκλωσης και μετά μονάδες μαζικής καύσης για την αποτέφρωση των RDF/SRF, επειδή έχει υπερεκτιμηθεί η πιθανή ζήτηση από τις βιομηχανίες».
Παράλληλα εξήγησαν πως «στη Γερμανία οι παραγόμενες ποσότητες RDF και SRF είναι μεγαλύτερες από τις ζητούμενες και προς το παρόν "αποθηκεύονται" μέχρι να κατασκευαστούν νέες μονάδες μαζικής καύσης για την αποτέφρωσή τους». Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όμως, η Γερμανία δεν πρόκειται να βασίσει το σύνολο της διαχείρισης των σκουπιδιών της στη μηχανική βιολογική επεξεργασία, πόσω μάλλον στη βιολογική ξήρανση.
Εκεί ο κεντρικός άξονας είναι η ανακύκλωση με διαλογή στην πηγή (με ξεχωριστό κάδο για τα οργανικά), η κομποστοποίηση και η καύση. Εδώ, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες δεν βρίσκουν έναν μπλε κάδο στον δρόμο που μένουν, αλλά η πολιτεία ετοιμάζει τη δημιουργία εργοστασίου βιολογικής ξήρανσης στα Ανω Λιόσια, δυναμικότητας 700.000 τόνων που θα παράγει το λιγότερο 250.000 τόνους RDF τον χρόνο.
Θα καταλήξει και αυτό στη χωματερή; Σε μία ακόμη επιστημονική μελέτη -αυτή τη φορά του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ)- μαθαίνουμε πώς «σε περίπτωση παραγωγής RDF, τα ζυμώσιμα υλικά οδηγούνται προς κομποστοποίηση, αλλά λόγω της κακής ποιότητάς του, καθώς προέρχεται από σύμμεικτα απόβλητα, δεν έχει εμπορική αξία και καταλήγει να διατίθεται σε ΧΥΤΑ».
Η έρευνα του ΤΕΕ παρουσιάστηκε τον Μάρτιο του 2010 και ονομάζεται «Αξιοποίηση Αστικών Στερεών Αποβλήτων από την ενεργειακή σκοπιά και οι προοπτικές εφαρμογής στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας». Η ομάδα εργασίας αποτελούνταν από τον χημικό μηχανικό Ι. Κατσανεβάκη και τους μηχανολόγους μηχανικούς Α. Μαλαμάκη, Γ. Περκουλίδη και Θ. Τσατσαρέλη.
Οι επιστήμονες τονίζουν πως τα απορριμματογενή καύσιμα RDF (SRF στη βιολογική ξήρανση) «δεν μπορούν να απορροφηθούν εύκολα σε εγκαταστάσεις τσιμεντοβιομηχανιών ή λιγνιτικά εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρισμού λόγω των απαιτούμενων αυστηρών ποιοτικών προδιαγραφών και τοπικών κοινωνικών αντιδράσεων, οπότε απαιτείται η κατασκευή μονάδων αποκλειστικής αποτέφρωσής τους».
Επίσης αναφέρουν πως μόνο σε Ιταλία, Ολλανδία και Ισπανία λειτουργούν μονάδες αποκλειστικής αποτέφρωσης RDF. Εγκαταστάσεις που στην Πορτογαλία κρίθηκαν απαραίτητες να κατασκευαστούν παράλληλα με τα εργοστάσια βιολογικής μηχανικής επεξεργασίας.
Στη μελέτη τονίζεται πως ένα δεύτερο μειονέκτημα της επιλογής της παραγωγής και αποτέφρωσης απορριμματογενών καυσίμων είναι το αυξημένο κατασκευαστικό και λειτουργικό κόστος των μονάδων. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία η παραγωγή του RDF δεν θα θεωρείται οικονομικά βιώσιμη χωρίς κρατικές επιχορηγήσεις για τη λειτουργία της ή αν δεν καλύπτει το κόστος αυτό ο χρήστης των υπηρεσιών (ΟΤΑ, πολίτες και παραγωγοί).
Το σίγουρο είναι ότι θα ανέβει κατακόρυφα το κόστος διαχείρισης των σκουπιδιών (πάνω από τα 150 ευρώ ο τόνος). Ο πρόεδρος της Οικολογικής Εταιρείας Ανακύκλωσης, Φίλιππος Κυρκίτσος, μας λέει: «Πιθανόν να εξασθενίσει κι άλλο η ανακύκλωση που υπάρχει και να μην ξεκινήσει η -θεμελιώδους σημασίας- διαλογή στην πηγή των οργανικών που θεωρείται βασική προϋπόθεση για την παραγωγή βέλτιστης ποιότητας κομπόστ (για αγροτική χρήση βρώσιμων προϊόντων) και πάνω απ' όλα θα βοηθήσει σημαντικά στην καλή λειτουργία των εργοστασίων που υπάρχουν και αυτών που πρόκειται να δημιουργηθούν».
Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΠΟΥΓΑΝΗ
Δημοσίευση σχολίου